Τετάρτη, 19 06 2019

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΕΡΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΛΗΡΟΥ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

Πρέπει να ξέρουμε ότι η παρασιώπηση γεγονότων, τα συνειδητά ψέματα, η διαστρέβλωση της αλήθειας και τα κατασκευασμένα γεγονότα είναι τα βασικά αίτια  ώστε να επικρατεί θολούρα και σύγχυση γύρω από πρόσωπα και γεγονότα. Όσο και να προσπαθούν κάποιοι να δικαιολογήσουν με αστεία επιχειρήματα, τις φρικιαστικές ενέργειες των ανώτερων κληρικών και μάλιστα των Πατριαρχών εναντίον της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, δεν μπορούν να σταθούν μπροστά στην ιστορική πραγματικότητα.    Ο ανώτερος κλήρος και το μακρύ φοροεισπρακτικό χέρι της Τουρκικής διοίκησης,   έκαναν τα πάντα για να μην εκραγεί η Επανάσταση. Αν ήταν στο χέρι τους, ακόμη θα ήμασταν σκλάβοι στους Τούρκους. Στην προσπάθειά τους να την καταπνίξουν, οι έξαρχοι του Πατριαρχείου περιέτρεχαν την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα και κάθε Κυριακή αφόριζαν στις εκκλησίες αλλά και στα τζαμιά, κάθε έναν που σήκωνε το γιαταγάνι και το τουφέκι εναντίον των Τούρκων, λέγοντας τα γελοία όπως : «… Άς μην χάσωμεν δια μίαν ψευδήν και ανύπαρκτον τάχα ελευθερίαν του παρόντος βίου, τας αμαράντους στεφάνους αιωνίου μακαριότητος» ή «… Ελευθερία εν τω ουρανώ και υποταγή επί της γής», κρατούσαν τον λαό ραγιά και υποτελή των Τούρκων.
Το 1804 ο ζάμπλουτος Πατριάρχης του Φαναρίου Καλλίνικος ο Δ΄, πρόδωσε στους Τούρκους εταίρους του, τις κινήσεις της Φιλικής Εταιρείας στην Πελοπόννησο και ταυτόχρονα εξέδωσε αφορισμό, που διαβάστηκε σε όλες τις εκκλησίες της Επικράτειας και καλούσε όλους τους ραγιάδες υπηκόους του να εξοντώσουν ή να προδώσουν τους «καταραμένους επαναστάτες», στους Τούρκους. Τον χειμώνα του 1805 πάνω από δύο χιλιάδες (2000) Κλέφτες και Αρματωλοί προδόθηκαν και δολοφονήθηκαν από τους Τούρκους, όλοι θύματα του Καλλινίκιου αφορισμού. Ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης σώθηκε μαζί με πέντε – έξι (5-6) πρωτοπαλίκαρά του την τελευταία στιγμή, ενώ το ασκέρι του αριθμούσε περί τους πεντακόσιους (500) πολεμιστές. Ο μικρός αδελφός του, Γιάννης Κολοκοτρώνης, μαζί με δέκα (10) περίπου παλικάρια προδώθηκαν από τους καλόγερους της μονής των Αιμυαλών, όπου είχαν πάει για να ξεφύγουν από τους Τούρκους και σφαγιάσθηκαν. Άλλος δεσπότης, ο της Άρτας  Πορφύριος, όχι μόνο αφόρισε τους Σουλιώτες αλλά στρατολόγησε πεντακόσιους (500) αγρότες, τους όπλισε και τους έστειλε να πολεμήσουν εναντίον τους. Άλλος δεσπότης, ο της Πάργας Ιγνάτιος απειλούσε με αφορισμό τους Αρτινούς αν πήγαιναν να βοηθήσουν τους Σουλιώτες. Άλλος δεσπότης, ο του Άργους και Ναυπλίας Ιερόθεος, ζήτησε από τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ και πέτυχε τον αφορισμό των κατοίκων επτά (7) χωριών της περιοχής του: Αγίου Νικολάου, Έλατου, Καράτουλας, Μεσοράχης, Νέας Χώρας, Περδικόβρυσης και Ωριάς. Το έγκλημά τους ήταν ότι, όντας εξαθλιωμένοι και εξαγριωμένοι από τις ενέργειες των μοναχών και την συσσώρευση μεγάλου πλούτου στο μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου, έκαναν το αυτονόητο:  πήραν τα κτήματα, τις ελιές και τα αιγοπρόβατα της μονής για να ζήσουν.
Όσο για το παραμύθι ότι στην Αγία Λαύρα υψώθηκε δήθεν το λάβαρο του 1821 και άρχισε η Επανάσταση, ο Miller την θεωρεί «παράδοση ποιητικήν». Ο Φιλήμων την αποκαλεί «παχυλόν ψεύδος». Ο Σπυρίδων Τρικούπης γράφει: «Ψεύδος είναι η εν τη Ελλάδι επικρατούσα ιδέα ότι εν τη μονή της Αγίας Λαύρας ανυψώθη κατά πρώτον η σημαία της Ελληνικής Επανάστασης». Αν υπήρχε έστω και κάποιο ίχνος αλήθειας στο ευφάνταστο αυτό μύθευμα, θα το μνημόνευε στα απομνημονεύματά του, που έγραψε λίγα χρόνια αργότερα, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός. Αντίθετα, για τον «Λεωνίδα του 1821», τον Παπαφλέσσα, γράφει με εμπάθεια και φανερή περιφρόνηση: « Γρηγόριος τις, Δικαίος λεγόμενος, αλιτήριος, απατεών, εξωλέστατος και ασυνείδητος περί μηδενός άλλου φροντίζων ειμή τίνι τρόπω να ερεθίσει την ταραχή (Επανάσταση) του Έθνους δια να πλουτίσει εκ των αρπαγών». Από τα έγγραφα του Γενικού Αρχείου του Κράτους, που έφερε στην επιφάνεια ο Ε. Πρωτοψάλτης, αποδεικνύεται ότι το 1851 γίνεται για πρώτη φορά λόγος για το λάβαρο και σε καμμιά περίπτωση δεν θα το σήκωνε κάποιος, ο οποίος σε ένα πεδίο διέπρεψε, αυτό της τοκογλυφίας: δάνειζε με βαρύτατο επιτόκιο (15%) ακόμη και σε μοναστήρια και εκκλησίες της δικαιοδοσίας του. Αν και βαθύπλουτος το όνομά του απουσιάζει από όλους τους εράνους που έγιναν για την Επανάσταση.    
Καθ΄ όλη την διάρκεια της Τουρκοκρατίας η «Ιερά Κοινότης του Αγίου Όρους» είχε επιβάλει στο ποίμνιό της (στο κοπάδι της), τον φόρο της «δεκάτης» (10% της περιουσίας κάθε Χριστιανού να δίδεται στην Εκκλησία), όπως και τα «δοσίματα», δωρεές. Επίσης κάθε Χριστιανός γαιοκτήμονας υποχρεωτικά μετά τον θάνατό του άφηνε το 1/3 της γης του στην Εκκλησία. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης είχε το δικαίωμα εκτός των προηγουμένων να φορολογεί εκτάκτως και κατά βούληση το ποίμνιό του. Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος («Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τόμος Ε', σελ. 507), μας παραδίδει την ακόλουθη επιστολή του οπλαρχηγού Ρήγα Μάνθου προς τον Ε. Παπά με ημερομηνία 19 Ιουνίου 1821:
«Κατά την παραίνεσίν της εξακολουθώ φυλάττων τόν στρατόν εντός τών όχυρωμάτων και μεταχειριζόμενος τίνα στρατηγήματα, άποστέλλων στρατιώτας εις τά βουνά, το οποίον ώφέλησε καί ωφελεί. Μά τί να κάμει κανείς την μωρολογίαν τών Αγίων Πατέρων; Aυτή ή στυγερά άνελευθεριότης και μικροπρέπεια αυτών μάς εμπόδισεν από πολλά ωφέλιμα και από πολλά αναγκαία. (...) Επάσχισα νά τούς διαθέσω διαφορετικά μέ λόγον. Όμως αυτοί από τόν σκοπόν των δεν βγαivoυv. Έχουν τά φρονήματά των, τά οποία μόvα εγκρίνουν διά καλά καί τά προσκυνούν και τά λατρεύουν και φροντίζουν μόνον διά την συντήρησιν τών ιδίων των υποκειμένων και μόνον διά την ασφάλειάν των. Φοβούμαι, μήπως ό λαός από την πείναν και τάς πολλάς θλίψεις του εφορμήση εναντίον των και δεν δινηθώμεν ν' απαντήσωμεν εις την ορμήν των. [...]»
Ο διακεκριμένος Σερραίος πατριώτης Εμμανουήλ Παπάς, ήταν ο άνθρωπος πού ξεκίνησε και oργάνωσε την επαναστατική κίνηση στην Μακεδονία. Διαπνεόμενος από αγνό και θερμό πατριωτισμό, αγωνίσθηκε και έδωσε όλη την περιουσία του για τις ανάγκες του αγώνα και την Ελληνική ελευθερία. Ο Παπάς μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το έτος 1819 από τον Ιωάννη Φαρμάκη. Τον Οκτώβριο τού 1820 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης τού ανήγγειλε την έναρξη της Επανάστασης. Στις 23 Μαρτίου τού 1821 μαζί με τον Ιωάννη Χατζηπέτρο αποπλέει για την χερσόνησο του Άθω μεταφέροντας όπλα και πολεμοφόδια. Οι Τούρκοι προέβησαν σε συλλήψεις, εκτελέσεις, διαπομπεύσεις. Στις επιθέσεις αυτές βοήθησαν οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης και της Χαλκιδικής. Ταυτόχρονα ο Ε. Παπάς ανακηρύσσεται στην Πολίχνη των Καρυών από τους τοπικούς οπλαρχηγούς αρχηγός της επανάστασης και «Προστάτης της Μακεδονίας». Προβαίνει σε προσπάθεια ενίσχυσης και ανανέωσης του άτακτου στρατού του με τους οπλαρχηγούς του Ολύμπου και ζητεί βοήθεια από τον μικρό Ελληνικό στόλο της Ύδρας και των Σπετσών.
Οι Τούρκοι συνέχιζαν τις σφαγές στα γύρω χωριά κατά του άμαχου πληθυσμού. Πείνα κι επιδημίες ακολούθησαν. Οι εχθροπραξίες με τους Τούρκους θα κρατήσουν αρκετόν καιρό. Και ενώ η επανάσταση δείχνει να σβήνει λόγω έλλειψης  πολεμοφοδίων και τροφών ο E. Παπάς στρέφεται για βοήθεια στις πάμπλουτες μονές του Αγίου Όρους. Μάταιος κόπος. Παρά τις εκκλήσεις του ίδιου τού Υψηλάντη, οι μοναχοί δεν ήθελαν να θίξουν τους πλουσιώτατους θησαυρούς τού Αγίου Όρους, πού θα μπορούσαν να αποτελέσουν πηγή σοβαρής ενισχύσεως, όχι μόνο τού Μακεδονικού αλλά και του Πανελληνίου αγώνα.
Ο E. Παπάς στο τέλος της επιστολής του προς τον Υψηλάντη γράφει:
«Tο ιδιαίτερόν μου ταμείον εξηντλήθη. Πόρους άλλους δεν έχω. Το ηθικόν του λαού είναι κατακερματισμένων και εάν δεν εφοδιαστή ο στρατός τοιουτοτρόπως και εμψυχωθή, διαλύεται».
Όμως ο Υψηλάντης βρισκόταν σε πραγματική αδυναμία να ενισχύσει τον Μακεδονικό Αγώνα, διότι η επανάσταση φούντωνε σε ολόκληρη την επικράτεια και οι ανάγκες ήταν μεγάλες. Η άρνηση των Αγιορειτών για βοήθεια είχε γίνει πλέον γνωστή σε ολόκληρη την χώρα. Το πατροπαράδοτο πνεύμα υποταγής τους, στους κατακτητές και η φιλοχρηματία, τους στέρησαν την σημαντική βοήθεια που είχαν, την δυνατότητα να προσφέρουν στους αγωνιστές. Οι θησαυροί του Αγίου Όρους θα μπορούσαν να μετατραπούν σε όπλα, πολεμοφόδια και τρόφιμα για ολόκληρη την επανάσταση.
Τον Μάιο του 1822 διορίζεται πασάς της Θεσσαλονίκης ο Αβδούλ Αμπούδ, με εντολή να καταστείλει την επανάσταση στην ανατολική Μακεδονία. Τον Οκτώβριο ξεκινά εκστρατεία κατά της Κασσάνδρας με μεγάλη στρατιωτική δύναμη, που ύστερα από σκληρές μάχες καταφέρνει να νικήσει τους Έλληνες υπερασπιστές. Η Κασσάνδρα μετατράπηκε σε σφαγείο και έγινε στάχτη. Τα χωριά πυρπολήθηκαν και όσοι κάτοικοι δεν σφάχθηκαν, πουλήθηκαν στην Θεσσαλονίκη σαν δούλοι. Απέμεινε ο Άθως.
Ο ακαδημαϊκός καί ιστορικός Διονύσιος Κόκκινος στό Έργο του «Η Ελληνική Επανάστασις» αναφέρει:
«Οί καλόγηροι ήσαν πάντα συνηθισμένοι να δέχωνται προσφοράς απ' τους πτωχοτερους πιστούς, χωρίς αυτοί να προσφέρουν ποτέ τίποτε. Ο δέ πατριωτισμός των είχε σταματήσει πρό της ουσίας χρημάτων, που δεν ανήκαν επί τέλους εις αυτούς, άλλα τών όποιων ήσαν διαχειρισταί και ο πρώτος ενθουσιασμός των δια τον Εμμ. Παπάν μετεβλήθη είς δυσφορίαν. Και αντί να ενισχύσουν τον ηρωικόν αρχηγόν εις τας τελευταίας αγωνιώδεις προσπαθείας του, συνεσπειρώθησαν περί τάς μονάς των και τόν κατηρώντο ώς ύποκινητην τής επαναστάσεως, ώς ύπεύθυνον του κακού. Ενεθύμιζαν με την στάσιν των τά πλήθη τών κληρικών τής Κωνσταντινουπόλεως κατά τάς τελευταίας ήμερας τής πολιορκίας της, πού, αντί να λάβουν όπλα και νά ενισχύσουν τόν Παλαιολόγον, εγέμιζαν τάς εκκλησίας, κατηγορούσαν τόν βασιλέα και ώμιλούσαν περί τής επικειμένης πτώσεως ώς περί μοίρας αναποφεύχτου».
Οι Αγιορείτες ήσαν σε θέση να αντισταθούν. Ολόκληρη η χερσόνησος του Άθω αποτελούσε φυσική οχυρή θέση, κατά της οποίας θα απαιτούντο επίπονες και μακρόχρονες πολεμικές προσπάθειες των Οθωμανών με αμφίβολο αποτέλεσμα. Ο πασάς υποσχέθηκε να σεβασθεί το προαιώνιο προνόμιο των μονών, της απαγορεύσεως εισόδου τουρκικού στρατού στη γη των Αγιορειτών, εφ όσον παρέδιδαν όπλα, κανόνια και ομήρους σε αυτόν, καθώς και ποσό δυόμιση εκατομμυρίων γροσιών. Οι καλόγηροι δέχθηκαν να παραδώσουν τα όπλα και τους ομήρους. Το προδοτικότερο βέβαια ήταν ότι δέχθηκαν να παραδώσουν και τον Ε. Παπά, που βρισκόταν ακόμη στη μονή Εσφιγμένου. Η παράδοση του Ε. Παπά από τους Αγιορείτες ζητήθηκε από τον πασά Αβδούλ Αμπούδ. Εκείνοι όχι μόνο δεν διαπραγματεύθηκαν καν την παράδοσή του, αλλά αντιθέτως τον κατεδίωξαν αμέσως οι ίδιοι.. Διά τού λόγου το αληθές, ακολουθεί το έγγραφο της προδοσίας των Ηγουμένων των δεκαεννέα (19) υπολοίπων μονών προς τους μοναχούς της μονής του Εσφιγμένου:
«Εις τήν πανοσιότητά σας, άγιοι πατέρες, τού ιερού κοινοβίου Εσφιγμένου. Χθες ο ενδοξότατος ημών Χασεκή αγάς μας σας έγραψε μουρασελέν, διά νά πιάσετε ενέχειρον τόν Άρχοντα Παπάν και τούς λοιπούς, καθώς και ο ίδιος σας έγραψε. Λοιπόν σας γράφομεν και ημείς οί τών είκοσι ιερών μοναστηρίων Προϊστάμενοι, οί έν τή Ιερά Συνάξει, νά κάμετε τό ίδιον, ομοφώνως, δηλαδή νά μας τούς φέρετε ένταυθα αναμφιβόλως και τούς ζητούμεν από έσας αφεύκτως. Και ιδού όπου στέλλομεν επίτηδες ανθρώπους, διά νά τούς πάρουν. Και όσοι ακολουθούν τόν Άρχοντα από τούς εντοπίους πατέρας, νά τόν αφήσουν και νά επιστρέψουν εις τά κελλιά των. Είδε και φανούν παρήκοοι, θέλουν υποπέσει εις οργήν μεγάλην, και θέλουν χάσει και τά οσπίτιά των. Ομοίως και οσοι άλλοι πιασθούν έχουν νά παιδεύωνται. Ταύτα πρός είδησίν σας και έμμένομεν. Άπαντες οί έν τή Κοινή Συνάξει τών δεκαεννέα ιερών μοναστηρίων του Άγιου Όρους Προϊστάμενοι 1821-18 Νοεμβρίου».
Μπορούσαν βέβαια να φυγαδεύσουν τον Παπά, διότι Τούρκοι δεν υπήρχαν στο Άγιον Όρος, προτίμησαν όμως να τον παραδώσουν. Το μόνο που διαπραγματεύθηκαν ήταν τα χρήματα, ζητώντας προθεσμία για να τα καταβάλουν στον Τούρκο εισπράκτορα σαράντα μέρες αργότερα, πράγμα που δέχθηκαν οι Τούρκοι. Ο Ε. Παπάς μόλις πρόφθασε να διαφύγει. Καταδιωκόμενος από τους Τούρκους και τους καλόγερους, κατόρθωσε να επιβιβασθεί με λίγους πιστούς συντρόφους του και τον γιό του Ιωάννη στο πλοίο του Χ. Βισβίζη και να αναχωρήσει για την  Ύδρα, αλλά κάτω από τόσο εξοντωτικές συνθήκες, ώστε κατά τη διαδρομή τού πλοίου, εξαντλημένος από τις κακουχίες και τις συγκινήσεις της τραγικής του περιπέτειας, πέθανε από καρδιακή προσβολή. Το σώμα του μεταφέρθηκε στην  Ύδρα, όπου κηδεύθηκε με τιμές ήρωα.
Ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ ακολούθησε την ίδια φιλοτουρκικὴ και ανθελληνικὴ πολιτική, που ακολούθησαν όλοι οι πριν και μετά από αυτὸν πατριάρχες. Στην πρώτη Πατριαρχία του αφόρισε τον Ρήγα Φεραίο, τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και τον Μιχαήλ Σούτσο, ενώ στην τρίτη του Πατριαρχία εξέδωσε τις τρείς (3) γνωστές αφοριστικές εγκυκλίους του εναντίον όλων των Επαναστατών. Η πλέον επονείδιστη πράξη του ήταν ο αφορισμὸς της Επανάστασης του 1821, ο οποίος προκάλεσε μεγάλη σύγχυση και κλονισμὸ και εξαιτίας του πάρα λίγο να σβήσει η επαναστατικὴ φλόγα. Ο θάνατος του Γρηγορίου δεν έχει σχέση με την δήθεν συμμετοχή του στην Επανάσταση ή έστω έγκριση της εθνεγερσίας – όπως ψευδώς προπαγανδίζεται απὸ την Εβραιοελληνοχριστιανικὴ ιστοριογραφία, που παραποιώντας την ιστορικὴ αλήθεια εκθειάζει τον δήθεν εθνικὸ ρόλο του Κλήρου στα χρόνια της Τουρκοκρατίας – αλλὰ οφείλεται σε άλλα άσχετα γεγονότα, όπως θα αποδειχθεί παρακάτω.
Καλογεροφαναριώτικες αλληλομηχανορραφίες, αλλαξοπατριαρχίες
Οι αλληλοσυκοφαντίες μεταξὺ των ιεραρχών ήταν πολὺ σύνηθες φαινόμενο την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ενώ τα ιερατικὰ αξιώματα είχαν γίνει αντικείμενο εμπορίας. Το Οικουμενικὸ Πατριαρχείο αποτελείτο απὸ μια φατρία καλογήρων, που μετέβαλαν το πατριαρχικὸ αξίωμα σε χρηματιστήριο αξιωμάτων. Οι «αλλαξοπατριαρχίες», έγιναν συνηθισμένο φαινόμενο, και ο πατριαρχικὸς θρόνος συχνὰ έβγαινε σε δημοπρασία. Σε διάστημα 77 ετών (1623-1700) για παράδειγμα έγιναν 50 περίπου αλλαξοπατριαρχίες.
Ο Πατριάρχης εκλεγόταν απὸ τον Σουλτάνο. Βεζύρηδες καὶ Σουλτάνοι έβαζαν ως όρο απαράβατο το «ὅποιος δώσῃ τὰ περισσότερα, ἐκεῖνος θὰ γίνῃ πατριάρχης κι ὅ,τι θέλει ἂς εἶναι». Εξαγοραζόταν όχι μόνο το αξίωμα του Πατριάρχη αλλά και του Μητροπολίτη. Οι δωροδοκίες, οι διαβολὲς ακόμη και τα εγκλήματα ήταν συνήθη φαινόμενα, όπως και οι αφορισμοὶ και τα συγχωροχάρτια, γιατί οι εκλεγέντες έπρεπε να πάρουν πίσω τα χρήματα, που είχαν δώσει. Έχουν καταγραφεί διάφορα επεισόδια σχετικὰ με περιπτώσεις εκλογής Πατριαρχών. Στα 1486 έγινε Πατριάρχης ένας καλόγερος ονόματι Ραφαήλ, γνωστὸς για τις παραλυσίες του και ξακουστὸς μέθυσος. «Τοσοῦτον δὲ προσέκε ιτοταῖς οἰνοφλογίαις, ὥστε μὴ δύνασθαι στῆναι ἐνταῖς ἐκκλησιαστικαῖς ἀκολουθίαις, ἀλλ’ οὔτε ἐν αὐτῇ τῇ πανσέπτῳτῶν Παθῶν ἑβδομάδι. Οὔτε ἠ δύνατο κατέχειν τῇ χειρὶ τὴν ποιμαντικὴν ράβδον, ἥτις ἐκπεσοῦσα τῆς χειρὸς αὐτοῦ τῇ Ἁγίᾳ καὶ Μεγάλῃ Πέμπτη συνετρίβη.» (Ὑψηλάντη,26.)
Το 1476, η Μαρία, ελληνικής καταγωγής παλλακίδα του Σουλτάνου Μουράτ, έβαλε σε αργυρὸ δίσκο 2.000 φλουριά, τα οποία έδωσε στον Σουλτάνο, προκειμένου να ανακηρύξει Πατριάρχη τον γνώριμό της Διονύσιο Φιλιππουπόλεως. Οι εχθροὶ του Διονύσιου άρχισαν αμέσως να τον διαβάλλουν, λέγοντας στον Σουλτάνο, πως είναι «ἐρωμένος τῆς Μαρίας, περιτετμημένος καὶ συνουσιάζεται εἰς τὰ σουλτανικὰ αρέμια... Ὅθεν ὁ Διονύσιος ἐν μέσῳ τῆς Συνόδου διεγερθεὶς καὶ τὰ κράσπεδα τῶν ἱματίων ἀνελκύσας τὴν τῆς σαρκὸς ἀκροβυστίαν πασίδηλον τοῖς παροῦσι ἐποίησεν» (Ὑψηλάντη,20-22). Ο Γρηγόριος Ε΄, συμμετέχων κανονικὰ σε όλο αυτὸ το παρασκηνιακὸ αλλαξοπατριαρχικὸ κύκλωμα είχε ανακηρυχθεί Πατριάρχης και είχε επίσης καθαιρεθεί άλλες δύο φορὲς στὸ παρελθόν. Στα διαλείμματα μεταξὺ των Πατριαρχιών του κατέφευγε στη μονὴ Ιβήρων στο Άγιο ΄Ορος. Τα γεγονότα αυτὰ όμως αποσιωπώνται σκόπιμα.
Ο Ευγένιος διαβάλλει τον Γρηγόριο Ε΄, στον Σουλτάνο.
Μέσα σε αυτὸ το σύνηθες κλίμα των συκοφαντιών, χρηματισμών και συχνών αλλαξοπατριαρχιών, με εξαγριωμένο επιπλέον τον Σουλτάνο με τους Ρωμιοὺς για την κήρυξη της Επανάστασης βρήκε την ευκαιρία ο Ευγένιος, συνεπικουρούμενος απὸ Φαναριώτες αντίθετους προς τον Γρηγόριο Ε΄ και άσπονδους εχθροὺς των Μουρούζηδων, να διαβάλλει τον Γρηγόριο Ε΄ στον Σουλτάνο, ο οποίος στις 9 Απριλίου πήρε την απόφαση όχι μόνο να καθαιρέσει τον Γρηγόριο, αλλὰ και να τον εκτελέσει. Έτσι την άλλη μέρα, 10 Απριλίου Κυριακὴ του Πάσχα, ο νέος δραγουμάνος Αριστάρχης πήγε στο Πατριαρχείο και παρουσίᾳ όλων των Αρχιερέων και προϊσταμένων των συντεχνιών, που είχαν εν τω μεταξὺ ειδοποιηθεί, διάβασε το φιρμάνι, που καθαιρούσε τον Γρηγόριο Ε΄: «Ἐπειδὴ ὁ πατριάρχης Γρηγόριος ἐφάνη ἀνάξιος τοῦ πατριαρχικοῦ θρόνου καὶ ἄπιστος πρὸς τὴν Πύλην καὶ ραδιοῦργος, γίνεται ἔκπτωτος τῆς θέσεώς του...». Διάβασε ύστερα άλλο φιρμάνι, που πρόσταζε να εκλεγεί άμεσα νέος Πατριάρχης, οπότε φυσικὰ εκλέχτηκε αυτὸς που υπέδειξε ο Αριστάρχης, και αυτὸς ήταν ο Ευγένιος, ο οποίος δεν φημιζόταν για το ήθος του, καθ’ότι αν και Πατριάρχης συζούσε με γυναίκα και είχε αποκτήσει μαζί της και παιδιά. Μια απὸ τις πρώτες του δουλειὲς μετὰ την ενθρόνισή του ήταν η έκδοση νέων αφορισμών κατὰ της Επανάστασης, όπως ακριβώς είχε πράξει και ο προκάτοχός του. Ο Γρηγόριος Ε΄ εν τω μεταξὺ φυλακίστηκε και το μεσημέρι της ίδιας ημέρας κρεμάστηκε στη μεσαία πύλη του Πατριαρχείου σαν συνωμότης, όπως διαλάμβανε ο «γιαφτᾶς», δηλαδὴ η καταδικαστικὴ απόφαση. Απὸ εκεί και πέρα οι ιστορικοὶ δεν συμφωνούν μεταξύ τους στην περιγραφὴ των γεγονότων, που ακολούθησαν το κρέμασμα του Πατριάρχη. Αυτὸ που έχει σημασία είναι η αποκάλυψη της, σχετικής με το ρόλο του Γρηγορίου Ε΄ στην Επανάσταση, ιστορικής αλήθειας.
«Νὰ φυλάττωμεν τὸ πιστὸν ἡμῶν τοῦ ραγιαλικίου»
Όταν ιδρύθηκε το Νεοελληνικὸ Κράτος, και η Επανάσταση θεωρήθηκε σαν ο μεγαλύτερος σταθμὸς της Νεοελληνικής Ιστορίας, ο ανώτερος Κλήρος προσπάθησε να διεκδικήσει ένα μέρος απὸ τὴν δόξα και τις δάφνες των αγωνιστών και παρουσίασε τον Γρηγόριο ως Αρχηγέτη της Φιλικής Εταιρείας και μάρτυρα της εθνικής ιδέας. Η ιστορικὴ αλήθεια είναι όμως εντελώς διαφορετική. Ο Γρηγόριος Ε΄ ουδεμία σχέση είχε με την «Ελληνικὴ φιλοπατρία» και την «Ελληνοπρέπεια», που του αποδίδουν ωρισμένοι ιστορικοί. Είχε αντιδράσει και πολὺ πριν την Επανάσταση, όπως μαρτυρεί Πατριαρχικὸ γράμμα (εγκύκλιος διαταγή), που έστειλε στους νησιώτες, να μην στασιάσουν και να μην δεχθούν τις προτάσεις της Ρωσσίας προς Επανάσταση: «Καὶ ἄλλοτε διὰ πολλῶν ἐκκλησιαστικῶν ἡμῶν ἐγκυκλίων γραμμάτων ἐδηλώσαμεν πρὸς πάντας τοὺς ὁμογενεῖς ἡμῶν εὐσεβεῖς... τῆς κραταιᾶς καὶ ἀηττήτου Βασιλείας τὸ χρέος ὅπου ἔχομεν νὰ φυλάττωμεν τὸ πιστὸν ἡμῶν τοῦ ραγιαλικίου καὶ νὰ δεικνύωμεν πάντοτε λόγοις καὶ ἔργοις καὶ κατ’ ἐξοχὴν ἐν τοῖς παροῦσι καιροῖς... νὰ διατηρήσητε ἑαυτοὺς ἀνωτέρους πάσης διαβολῆς καὶ ἐνέδρας τῶν ὑπεναντίων καὶ ἐχθρῶν τῆς κραταιᾶς βασιλείας... δίκην σάλπιγγος ἐπηχήσαμεν εἰς ὅλων τὰς ἀκοάς... νὰ μὴν τολμήσητε καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νὰ δεχθῆτε ποτὲ τοὺς ὑπεναντίους καὶ ἐχθροὺς κατὰ τῆς κραταιᾶς βασιλείας...». Το Πατριαρχικὸ αυτὸ γράμμα, που γράφτηκε τον Μάιο του 1807, υπάρχει δημοσιευμένο στο «Αρχείο της Κοινότητας Ύδρας» (τόμος 3ος, σελ.41-45).
Ο σύγχρονος της Επανάστασης ιστορικὸς Σπυρ. Τρικούπης γράφει σχετικὰ με τον Γρηγόριο Ε΄: «Ὁ Πατριάρχης ἑταῖρος, ὃ ἐστὶ συνωμότης κατὰ τῆς τουρκικῆς ἐξουσίας, δὲν ἦτο και, ὄχι μόνον οὐδόλως ἐνεθάρρυνε τὴν ἑλληνικὴν ἐθνεγερσίαν, ἀλλὰ καὶ πάντοτε ἀπέτρεπε τοὺς πρὸς οὗς διελέγετο φιλεπαναστάτας, θεωρῶν ἐθνοφθόρον τὸ τοιοῦτον τόλμημα.»
Οι εγκύκλιοι και οι αφορισμοί, που εξαπέλυσε ο Γρηγόριος Ε΄, μαρτυρούν ότι δεν είχε απολύτως καμμία σχέση με την Επανάσταση, ούτε άμεση ούτε έμμεση. Μόλις πληροφορήθηκε τους σκοποὺς και τις ενέργειες της Φιλικής Εταιρείας, έσπευσε να αποδοκιμάσει με όλα τα μέσα που διέθετε το Επαναστατικὸ κίνημα. Δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός, ότι πιέστηκε από τον Σουλτάνο, για να εκδώσει τους αφορισμούς. Η μια απὸ τις τρείς (3) αφοριστικὲς εγκυκλίους του, ήταν εμπιστευτικὴ και απευθυνόταν προς τους Μητροπολίτες μόνο (όχι τον κατώτερο Κλῆρο) και εκδόθηκε χωρίς κἂν να την γνωρίζει ο Σουλτάνος.
Απαγόρευσε τα Ελληνικὰ ονόματα
Ο τρόπος με τον οποίο έβλεπε τον Ελληνισμὸ και την Ελληνικότητα ο Γρηγόριος Ε΄, καταφαίνεται εύλογα απὸ την θέση του έναντι των Ελληνικών ονομάτων. Το 1819 εξέδωσε εγκύκλιο, με την οποία απαγόρευε στους κληρικοὺς του Πατριαρχείου την ονοματοθεσία των βαπτιζομένων με Ελληνικὰ ονόματα και επέβαλε την χρήση αποκλειστικώς Ιουδαϊκών και Χριστιανικών ονομάτων στα βαπτιζόμενα νήπια.
Η εγκύκλιος του Γρηγορίου του Ε΄: «Καὶ ἡ κατὰ καινοτομίαν παρὰ ταῦτα εἰσαχθεῖσα τῶν παλαιῶν ἑλληνικῶν ὀνομάτων ἐπιφώνησις εἰς τὰ βαπτιζόμενα βρέφη τῶν πιστῶν, ὡς ἠκούσαμεν, λαμβανομένη ὡς μία καταφρόνησις τῆς χριστιανικῆς ὀνοματοθεσίας, εἶναι διόλου ἀπροσφυὴς καὶ ἀνάρμοστος· ὅθεν ἀνάγκη ἡ Ἀρχιερωσύνη σας νὰ διαδώσητε παραγγελίας ἐντόνους εἰς τοὺς Ἱερεῖς τῶν ἐνοριῶν σας, καὶ  νουθεσίας πνευματικὰς εἰς τοὺς εὐλογημένους ἐπαρχιώτας σας, διὰ νὰ λείψῃ τοὐντεῦθεν καὶ ἡ κατάχρησις αὕτη, καὶ ἀφεθέντες τῆς ἀκαίρου καὶ μηδὲν ἐχούσης τὸ χρήσιμον φιλοτιμίας καὶ ἐπιδείξεως οἱ γονεῖς καὶ ἀνάδοχοι νὰ ὀνοματοθετῶσιν εἰς τὸ ἑξῆς ἐν τῷ καιρῷ τῆς θείας καὶ μυστικῆς ἀναγεννήσεως τὰ εἰθισμένα ταῖς εὐσεβέσιν ἀκοαῖς πατροπαράδοτα χριστιανικὰ ὀνόματα τῶν ἐγνωσμένων τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ τῶν ἐνδόξως ὑπ’αὐτῆς ἑορταζομένων Ἁγίων, διὰ νὰ εἶναι ἔφοροι καὶ φύλακες τῶν βαπτιζομένων νηπίων καὶ ταχεῖς καὶ ἀδιάλειπτοι χορηγοὶ τῆς χάριτος αὐτῶν εἰς τοὺς μετὰ πίστεως.»
H θέση της Ορθοδοξίας στό θέμα ίδρυσης κράτους
Οι περισσότεροι μετέπειτα ιστορικοί του «Εβραιοελληνοχριστιανικού» κράτους, πλην ελαχίστων, προσπάθησαν να δικαιολογήσουν την προδοσία αυτή των μοναχών. Όμως λίγα χρόνια πριν από την προδοσία ο Αθανάσιος Πάριος στό έργο του «Χριστιανική 'Απολογία» έγραφε γιά τήν ιδέα τού νέου κράτους τών 'Ελλήνων:
«'Η ελευθερία καί ισότης μεταξύ τών Χριστιανών είναι προϊόντα άντιχριστιανικής άσεβείας πρός τόν Θεόν».
Όσο για τους Τούρκους, ο Πατριάρχης 'Ιεροσολύμων Άνθιμος στην «Πατρικήν διδασκαλίαν» του είχε δώσει τις ακόλουθες οδηγίες:
«Ο κύριος έγειρεν έκ τού μηδενός τήν ισχυράν αυτήν βασιλείαν τών Οθωμανών αντί τής τών Ρωμαίων ημών βασιλείας, η οποία είχεν αρχίσει τρόπον τινά νά χωλαίνη εις τά τής Ορθοδοξίας πίστεως φρονήματα (εννοεί τήν προσπάθεια άναδείξεως τής Πληθωνικής-Πλατωνικής παιδείας στήν Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία) και ύψωσε τήν βασιλείαν αύτήν τών 'Οθωμανών περισσότερον από κάθε άλλην, διά νά αποδείξη αναμφιβόλως, οτι θείω έγένετο βουλήματι και οχι με δύναμιν τών ανθρώπων και νά πιστοποιήση πάντας τούς πιστούς, ότι με αύτόν τόν τρόπο εύδόκησε νά οικοδομήση μέγα μυστήριον, τήν σωτηρίαν δηλαδή εις τούς εκλεκτούς του λαούς».
Όλα τα περί υποστήριξης και βοήθειας της Ελληνικής Επανάστασης από τον Κλήρο, εκτός ορισμένων περιπτώσεων που αποτελούν την εξαίρεση, κυρίως του κατώτερου κλήρου, είναι ασύστολα ψεύδη και τερατουργηματικά μυθεύματα, τα οποία κατασκευάστηκαν πολύ αργότερα, γιατί όπως συμβαίνει ακόμη και σήμερα, οι προπαγανδιστικοί μηχανισμοί εκείνης της εποχής ήταν στα χέρια του ανώτατου Κλήρου και των απερίτμητων Τούρκων, όπως αποκαλούσε ο λαός τους Κοτζαμπάσηδες και οι οποίοι άρχισαν να κατασκευάζουν γεγονότα και ανύπαρκτους ηρωισμούς του συναφιού τους. Και αυτό για έναν και μόνο λόγο. Ήθελαν να κλέψουν τη δόξα του λαού, που ξυπόλητος και πεινασμένος, σήκωσε το γιαταγάνι και το καρυοφύλλι του και ελευθέρωσε την πατρίδα. Ο ανώτατος Κλήρος και οι Κοτζαμπάσηδες, κατέκλεψαν και διαμοίρασαν μεταξύ τους, αντί να τα μοιράσουν στον εξαθλιωμένο λαό, περίπου 7.000.000 στρέμματα και όλα τα κινητά πλούτη που άφησαν πίσω τους οι Τούρκοι. Ο λαός συνέχισε να παραμένει νηστικός, άκληρος, ρακένδυτος και ανέστιο. Ο φοβερός αφορισμός ήταν ένα τρομακτικό όπλο, πολύ συνηθισμένο και αποτελεσματικό μέσο για να κρατηθούν οι Έλληνες υποτελείς και ραγιάδες στους Τούρκους για 400 χρόνια. Οι απλοϊκοί άνθρωποι περισσότερο έτρεμαν τον αφορισμό και από τον ίδιο τον θάνατο.
Η παραχάραξη και αλλοίωση της ιστορίας στο Ρωμαίικο κρατίδιο είναι η κολυμβήθρα του Σιλωάμ, μέσα στην οποία μπαίνουν οι προδότες και βαπτίζονται σωτήρες και ελευθερωτές του Ελληνισμού.

Ταξιάρχης Γ. Καράλης
Μελετητής Ιστορικών και Θρησκευτικών Θεμάτων

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας στον ιστότοπό μας.Με την περιήγηση σε αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies.