Πέμπτη, 12 12 2019

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ: Η ΘΕΙΑ ΜΑΣ Η ΑΓΓΕΛΙΚΗ , Του Δημήτρη Χατζή

Ήρθε ο πόλεμος με τους Ιταλούς. Η μικρή μας πόλη βρισκότανε κοντά στα σύνορα, αυτό θα πεί κοντά στο μέτωπο. Τα ιταλικά αεροπλάνα έρχονταν από την αρχή και τη βομβαρδίζαν. Έτσι, μαζί με το θάνατο, το χαλασμό και το φόβο, αρχίσαν γρήγορα και τ’ άλλα τα βάσανα. Οι φούρνοι δε βγάζανε ψωμί ταχτικά. Οι χωριάτες φοβόνταν τις μπόμπες, δε μπαίνανε να πουλήσουνε τίποτα. Σιγά-σιγά κι οι εμπόροι αρχίσαν και κλείναν τα μαγαζιά τους. Δεν έχουμε τίποτα να πουλήσουμε, λέγαν αυτοί. Τα κρύψαν όλα και περιμένουν τους Ιταλούς, λέγαν οι φτωχοί. Ήταν και βαρύς ο χειμώνας, δεν αργήσανε να χαθούνε τα ξύλα, τα κάρβουνα. Θάνατος, φόβος, πείνα και κρύο - ο πόλεμος.

Η θειά μας η Αγγελική έβγαινε ακόμα στην πόρτα της. Οι διαβάτες είχαν αραιώσει πολύ. Τα παιδιά δεν περνούσανε πια για το σκολειό τους, οι γυναίκες δεν κατεβαίνανε να φωνίσουν. Οι νέοι λείπαν στο μέτωπο. Οι άντρες που μείναν, οι γεροντότεροι, κατεβαίναν το πρωί, κι όχι μαζί σαν πρώτα, κακομοιριασμένοι τώρα, κακοπαθημένοι, ξεπαγιασμένοι. Το διάβα ρήμαξε. Τό ’δε τότε κι αυτή πώς δεν είχε νόημα να κατεβαίνει στην πόρτα. Έπιανε το παράθυρο και μετρούσε το κάθε βήμα που ακουγόταν στο δρόμο - χτυπάει ακόμα η καρδιά της αγαπημένης πολιτείας. Από εκεί τους φώναζε, τους σταματούσε λίγο, ν’ αλλάξει δυό λόγια μαζί τους.
― Και τι κάνετε, μωρέ Γούσια;
― Τι να κάνουμε; Εγώ δε δουλεύω, το ψωμί - τα ξέρεις, κάρβουνα, τίποτα.
Τίποτα άλλο.
― Πέτρο μου - και πώς είστε;
― Καλά για την ώρα. Μόνο δυστυχάμε κι εμείς. Πολύ δυστυχάμε.
Πάλι τα ίδια. Και με τις γυναίκες, παραπάνω στο μαχαλά της - πάλι τα ίδια.
Δυστυχούσε κι αυτή, δυστυχούσε τώρα πολύ και πεινούσε. Μα το περνούσε κρυφά, μυστικά, σαν ένα χρέος μέσα στην κοινή δυστυχία. Δεν ζήτησε ποτέ τίποτα από κανέναν. Ποτέ δεν παραπονεύτηκε. Αν κανένας απ’ τους πιο δικούς της, της έφερνε κάτι, το δεχότανε με τα δάκρυα στα μάτια. Ύστερα τό ’παιρνε, πήγαινε στη γειτονιά και το μοίραζε. Και μήτε τις μπόμπες φοβότανε μήτε τον πόλεμο τον λογάριαζε - ζούσε ακόμα με τους δικούς της, δική τους, μια μπόρα μικρή, θα περάσει και θα γίνουν όλα όπως ήταν - θα ξαναγίνουν όλα όπως πρώτα.
Ένα πρωί με πολύ χαμηλή συγνεφιά και φαινότανε πώς δεν είναι νά ’ρθουν τ’ αεροπλάνα, κατέβηκε και στάθηκε λίγο στην πόρτα της. Ήθελε να πάει στη μάνα του Αλέξη, που κληρονόμησε το μπαρμπέρικο του πατέρα του στα χασάπικα. Δεν είχε πάει στον πόλεμο - προστάτης οικογενείας, δεν τον είχε πάρει ακόμα. Μια μπόμπα έπεσε πάνω στο μαγαζί που καθόταν και περίμενε την πελατεία που δεν ερχόταν. Δεν βρήκαν τίποτα απ’ αυτόν. Η πετσέτα μονάχα που τον συμβούλευε αυτή είχε απομείνει κρεμασμένη στο σίδερο της ταμπέλας. Ήθελε τώρα να πάει και της ερχότανε δύσκολο.
Κάποιος κατέβαινε - στάθηκε περιμένοντάς τον. Ήταν ο κυρ Αντώνης ο Γωγούσης. Το μαγαζί του τόχει κλείσει κι αυτός από την αρχή, δεν κατέβαινε καθόλου, ήταν πολύς καιρός που δεν τον είδε. Χάρηκε.
― Και πώς τα πάτε;
― Βάσανα, είπε αυτός. Πολλά βάσανα - κι αυτή χάρηκε τώρα ν’ ακούει πως τά ’χουν κι οι πλούσιοι τα βάσανα, τα ίδια βάσανα με τους άλλους.
― Πάμε λίγο μέσα, είπε αυτός. Έχω να σου πώ.
Τον πήρε μέσα, καθήσανε.
― Δεν έχω και τίποτα να σου δώσω, είπε αυτή.
― Δεν πειράζει, πόλεμος είναι. Και πού να τάχεις κι εσύ;
Ήθελε, είπε, από μέρες να ’ρθεί, να της φέρει κάτι - με τους συναγερμούς και τις μπόμπες δεν μπόρεσε. Τώρα της τόχει φέρει. Πάρτα, είπε, είναι από την Αλεξάντρα, μ’ έφαγε όσο να σου τα φέρω.
Ήταν ένα δέμα, μεγαλούτσικο με τροφίματα κι ένας μικρός τενεκές με λάδι. Τ’ άφησε δίπλα του πάνω στον παλιό καναπέ που καθότανε. Αυτή δεν είπε τίποτα, μήτε ευχαριστώ, χάρηκε μόνο πως ο δικός της ο γείτονας ο κυρ Αντώνης ο Γωγούσης, πού ’τανε πλούσιος, είχε και βάσανα κι είχε και καρδιά να συλλογιέται τους άλλους.
― Μ’ ήθελες είπες, τον ρώτησε.
― Ναι, και σωπάσανε, μια σιωπή σαν κάτι να βάραινε μες στο δωμάτιο.
― Κυρ’ Αγγελική, είπε τέλος αυτός. Το ξέρεις πόσο σ’ έχουμε δική μας. Κι η Αλεξάντρα κι εγώ... Κι από πρώτα και τώρα, πάντα...
― Κι εγώ, είπε αυτή ταπεινά, δικούς μου σάς έχω... Δεν θέλω τίποτα.
― Θέλουμε εμείς, είπε αυτός.
― Και τι μπορεί να θέλετε εσείς από μένα;
Πάλι σωπάσανε.
― Οι Ιταλοί θα μπούνε σε λίγο, είπε αυτός.
― Θα μπούνε, είπε κι αυτή και της εφάνηκε μεγάλο και φοβερό πως οι Ιταλοί θα μπούνε σ’ αυτή την πόλη.
― Και φοβάμαι, κυρ’ Αγγελική.
― Όλοι φοβούμαστε λίγο... Μα πάλι... τι θα μας κάνουνε τάχα; Δε θα μας σκοτώσουν όλους.
― Κανέναν δε θα σκοτώσουν - γιατί να σκοτώσουν; Άλλο φοβάμαι.
Σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε περιμένοντας.
― Θα μας τα πάρουν όλα - να τι φοβάμαι, είπε αυτός.
― Εγώ δεν έχω, είπε αυτή. Τι να μου πάρουν;
― Και καλύτερα που δεν έχεις... Μα για σκέψου... μια ζωή με τον ιδρώτα, με την τιμή του, ό,τι μάζεψε ο άνθρωπος - και σε μια στιγμή, όλα καπνός.
― Καπνός...
― Δεν τα λυπάμαι καθόλου. Ένα μονάχα.
Την προίκα του κοριτσιού.
Κούνησε το κεφάλι της - καταλάβαινε και συμπονούσε - την προίκα του κοριτσιού.
― Κι είναι φόβος και για την προίκα;
― Μεγάλος. Ξένοι στρατιώτες θα μπούνε. Τι ξέρεις...
Σωπάσανε πάλι.
― Μ’ εμπιστεύεσαι εμένα; ρώτησε τέλος αυτή.
― Αν σ’ εμπιστεύομαι εσένα... Η Αλεξάντρα το σκέφτηκε. Να μη ξέρει κανένας μονάχα.
― Και φυσικά δε θα ξέρει. Φέρτα σε μένα, να τα βάλω στο κελάρι. Παλιακό κελάρι και σίγουρο. Να σου δώσω και το κλειδί. Εμένα ποτέ δε θά ’ρθουν - τι να κοιτάξουν; Όλοι τη ξέρουν τη φτώχεια μου.
― Το πρωί αύριο, λίγο πριν φέξει, είπε αυτός... Έχω ένα κάρο.
― Να ’ρθείτε.
― Ευχαριστούμε πάρα πολύ... Μεγάλο καλό μας έκανες κυρ Αγγελική. Δε θα στο ξεχάσουμε και δε θα σ’ αφήσουμε...
― Μη λες τέτοιο λόγο, μου κακοφαίνεται.
Ήταν όλη τη μέρα πολύ ευχαριστημένη. Κατέβηκε, σιγύρισε το κελάρι, ασκούπιστο χρόνια, τράβηξε κάτι κιούπια παλιά στην άκρη, καθάρισε τις αράχνες που κρεμόντανε παχιές σαν κουρέλια. Ανέβηκε πάνω - δεν είχε ησυχία. Πήρε τα πράματα που της έφερε, τα χώρισε μια φορά, τα ξαναμοίρασε, πάλι τα μοίρασε αλλιώς, κατέβηκε, πήγε στη γειτονιά και τα μοίρασε - και δεν είπε από πού. Ύστερα ξαναγύρισε, πήρε το λάδι και πήγε στη μάνα του Αλέξη. Ήτανε χαρούμενη και γι’ αυτό - που δεν πήγαινε μ’ άδεια χέρια.
Τα χαράματα άκουσε που χτυπούσαν - ήταν το κάρο. Κατέβηκε άνοιξε, είχε ετοιμάσει κι ένα κερί.
― Μην ανακατεύεσαι, δε σε χρειάζομαι τίποτα, είπε ο Γωγούσης. Ανέβα πάνω και κάτσε - κάνει και κρύο.
Έκανε κρύο στ’ αλήθεια, ανέβηκε, σιγύρισε λίγο και καθόταν και περίμενε να τελειώσουν. Σε μια ώρα άκουσε τις ρόδες από το κάρο - είχανε τελειώσει, άκουσε και του κυρ Αντώνη τα βήματα στην ξύλινη σκάλα. Κάθησε λίγο μαζί της, έβγαλε ένα σακκουλάκι με καφέ και της τό ’δωσε, πάλι με πολλές ευχαριστίες και πολλές αγάπες. Αυτή τού ’δωσε το κλειδί - έφυγε. Πάλι ευχαριστίες πολλές.
Από κείνη τη μέρα αυτός περνούσε ταχτικά από το σπίτι της, είχε το κλειδί του κελαριού, κατέβαινε - τι έκανε κεί, τι την ένοιαζε, ανέβαινε ύστερα, καθότανε λίγο μαζί της, πάντα της άφηνε κάτι κι ευχαριστίες πάντα πολλές. Ο πόλεμος τραβούσε ακόμα σε μάκρος. Οι Ιταλοί σταματηθήκαν στην Αλβανία, κολλήσανε κι οι δικοί μας εκεί, τα βάσανα πληθύνανε μέσα στην μικρή πόλη. Αυτή περίμενε πάντα τους λιγοστούς διαβάτες, να πεί δυό λόγια μαζί τους, έτρεχε στο παράθυρο και τους σταματούσε.
― Και τι κάνετε, μωρέ Πέτρο;
Είχε πάντα το σκούφο στραβά.
― Δυστυχάμε, κυρ’ Αγγελική, τι να κάνουμε εμείς οι φτωχοί;
― Όλοι δυστυχάμε, γιέ μου...
― Ε..., όχι και σύ...
― Πώς εγώ;...
Έφερε το σκούφο απ’ την άλλη μεριά του κεφαλιού του κι έφυγε. Τι έπαθε αυτός; Πώς δε δυστυχούσε; Έκατσε όλη μέρα στο παράθυρο και περίμενε το Γούσια τον Καμινάρη που τον είχε τόσο δικό της - δεν πέρασε κείνη τη μέρα καθόλου. Το πρωί κατέβηκε από το χάραμα στην πόρτα της - στάθηκε κεί και περίμενε.
― Πέτρο, τι ’ταν ο λόγος που μού ’πες;
― Την αλήθεια, κυρ’ Αγγελική - όλος ο κόσμος το ξέρει.
― Ποιο μωρέ Πέτρο;
Έφερε πάλι το σκούφο απ’ την άλλη μεριά του κεφαλιού του.
― Ωχού τώρα... Το κελάρι, κυρ Αγγελική, το κελάρι, ποιός τους τό ’δωσε των φονιάδων - εγώ τους τό ’δωσα; Παράτα μας, λέω.
Απόμεινε κεί στην πόρτα της. Το μυαλό της σταμάτησε, τα πόδια της κόπηκαν - τι μπορούσε νάναι με το κελάρι και θύμισε αυτός; Και το ξέρει ο κόσμος, όλος ο κόσμος, είπε. Και - παράτα μας - ο Πέτρος ο Μπακατσάς!...
Όταν σε λίγο ανέβηκε απ’ το κελάρι, το μεγάλο κορμί της ήταν σα να γκρεμίστηκε μονομιάς. Εκατό γκαζοτενεκέδες με λάδι μέσα στα κασόνια τους - η προίκα του κοριτσιού! Έπιανε και ξανάπιανε τα μάγουλά της που καίγανε, έπιανε το στόμα της να μη ξεφωνίσει τα ονόματά τους - τις γυναίκες του μαχαλά της, τους άντρες, Πέτρο μου εσύ, Γούσια μου, τους νεκρούς, Αλέξη - εγώ...
Σιγά - σιγά, σέρνοντας τα πόδια της βγήκε στην πόρτα της. Στάθηκε και κοίταξε πάνω και κάτω. Ησυχία απ’ ολούθες, σα να βούλιαξε ολάκερη η πολιτεία. Τράβηξε την πόρτα της. Οι σειρήνες σφυρίζανε συναγερμό. Δε στάθηκε. Πέρασε το δρόμο, μπήκε στον περίβολο της εκκλησιάς, έσπρωξε την πόρτα και μπήκε. Μέσα ήταν σκοτεινά - ένα καντήλι άναβε μόνο μπροστά στο κόνισμα της Παναγίας. Τα τσόκαρά της κροτάλισαν ξερά, κρύα, πάνω στις πλάκες της εκκλησιάς. Γονάτισε μπροστά στο κόνισμα.
― Παναγία μου Αρχιμαντριώτισσα... Εγώ είμαι. Η Αγγελική που κάθομαι αγνάντια. Εξήντα χρόνια. Με ξέρεις. Κι όλους τους ξέρεις που κάθονται εδώ, τους ξέρεις τον καθένα με τ’ όνομά του. Τώρα δεν έχουν να φάν, να ζεσταθούν, δεν έχουν που να κρυφτούν... Οι φτωχοί...
Ακουστήκαν οι πρώτες μπόμπες που πέσαν. Τα πολυβόλα κροτάλιζαν, αρχίσαν και τα κανόνια. Αυτή καθόταν γονατισμένη μπροστά στο κόνισμα.
― Οι φτωχοί...
Ένας τρομερός κρότος συντάραξε την εκκλησιά. Τζάμια πέσαν απ’ τη δεξιά μεριά και κατακομματιάστηκαν στις πλάκες. Ο πολυέλαιος πηγαινοερχόταν κάτω απ’ το θόλο. Το καντήλι μπροστά στο κόνισμα σβήστηκε. Αυτή δεν σηκώθηκε.
― Συχώρεσέ με, εγώ δεν τους ήξερα - δεν ήξερα εγώ πλούσιοι και φτωχοί. Είδα. Κι ήρθα να σου το πώ...
Σηκώθηκε. Έκανε το σταυρό της - δεν έκλαιγε. Έκλεισε την πόρτα της εκκλησιάς και ξαναβγήκε στο δρόμο. Είδε το σπίτι της, απείραχτο απ’ τη μπόμπα πού ’χε πέσει πιο πέρα. Τράβηξε τον ανήφορο για το μαχαλά. Οι σειρήνες σφυρίζανε λήξη.
Στην πλατεία του μαχαλά οι γυναίκες ήταν μαζωμένες πάλι, κρατώντας τα παιδιά τους από το χέρι. Αυτή κάθησε στην άκρη, σ’ ένα πεζούλι, ασάλευτη, αδάκρυτη. Οι γυναίκες την κοιτούσαν - η αγαπημένη μορφή της είχε ρουφηχτεί, τα χρόνια, τα βάσανα τη σημάδευαν τώρα. Τις κοίταξε κι αυτή - τα μάτια της γλυκάθηκαν λίγο.
― Να με συγχωράτε, τους είπε. Εγώ δεν ήξερα τίποτα - δεν ήξερα τίποτα, τι πλούσιος τι φτωχός... Και για το κελάρι, δεν ήξερα...
Σηκώθηκε, τους ξανακοίταξε όλους, χάιδεψε ενός παιδιού το κεφάλι, σταύρωσε τα χέρια της μέσα στο σάλι και πήρε αργά τον κατήφορο για το σπίτι της. Στην πόρτα στάθηκε, κοίταξε πάλι πάνω και κάτω το δρόμο. Ήταν έρημος πάλι.
Μπήκε σπίτι της και ποτέ πια δε βγήκε από κεί. Έπεσε στο στρώμα. Εμείς τρέχαμε και της δίναμε λίγο φαΐ, πήγαινε κι ο Πέτρος ο Μπακατσάς, ο Γούσιας, οι γυναίκες του μαχαλά - όλοι οι δικοί της. Ο κυρ Αντώνης ο Γωγούσης έφερε την αστυνομία και σήκωσε τα λάδια του γιατί ο Πέτρος φώναζε πολύ, πώς θα σπάσουνε το κελάρι να τα μοιράσουν στον κόσμο. Τότε έκλεισε τα μάτια της, ήσυχη πια και λευτερωμένη. Πριν ιδεί τους Ιταλούς να μπαίνουν στην πόλη, τους Γερμανούς και τ’ άλλα που γίναν κατόπι, τη συνέχεια των Μιχαήλ Αψαράδων. Την πήραμε εμείς με τη μάνα μας κι οι φτωχοί του μαχαλά της και τη θάψαμε στο πέρα νεκροταφείο - στην πλευρά των απόρων.
 
Δημήτρης Χατζής
Γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1913. Όταν έβγαλε το Γυμνάσιο γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπέφερε πολλά και δημοσιογραφώντας κατόρθωσε να μείνει στην Αθήνα και να μορφωθεί. Πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και το 1949 εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο.
Εργάστηκε στην Ακαδημία του Βερολίνου και εργάστηκε συλλέγοντας υλικό για την πνευματική κίνηση στην Ελλάδα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Έγραψε σημαντικά διηγήματα με τίτλο “Το τέλος της μικρής μας πόλης’’, “Σπουδές’’, “Το διπλό βιβλίο’’ και άλλα. Ο Δ. Χατζής, είναι από τους σημαντικότερους λογοτέχνες της μεταπολεμικής γενιάς.
Επιμέλεια-Έρευνα:Ζαφείρα Στεφάνου
 
 
 

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας στον ιστότοπό μας.Με την περιήγηση σε αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies.